ΣΥΝΗΘΙΖΩ / Έχω συνηθίσει /siˈniθizo/ Adjective
- English
- used
- Русский
- Привыкать / Привыкнуть (в значении привычки) или Подержанный (в значении состояния)
Example
- Δεν είμαι [συνηθισμένος] να τρώω τόσο πολύ το μεσημέρι.
- I'm not used to eating so much at lunchtime.
- Εδώ τονίζεται η έλλειψη συνήθειας.