ταραγμένος /taɾaˈʝmenos/ Adjective
- English
- troubled
- Русский
- В смятении / Обеспокоенный
Example
- Κοίταξε το **ταραγμένο** του πρόσωπο (ανήσυχος / αγχωμένος / προβληματισμένος) — με ζεστασιά και κατανόηση.
- She looked into his troubled face.
- Το 'ταραγμένος' εδώ υποδηλώνει εσωτερική σύγκρουση, όχι απλή ανησυχία.