γεύση /ˈʝevsi/ Noun

English
taste
Русский
вкус

Example

  • Η σούπα έχει πικρή [γεύση] (πικράδα / δυσάρεστη αίσθηση / κακή εντύπωση).
  • The soup has a bitter taste.
  • Εδώ η γεύση είναι αρνητική.