πορεία /porˈi.a/ Noun

English
journey
Русский
Путь

Example

  • Έκαναν ένα μακρύ σιδηροδρομικό [ταξίδι] διασχίζοντας την Ινδία.
  • They went on a long train journey across India.
  • Το «ταξίδι» εδώ είναι κυριολεκτικό και μεγάλης κλίμακας.