θέαμα /θeˈama/ Noun

English
spectacle
Русский
Зрелище

Example

  • Η παρέλαση ήταν ένα μεγαλοπρεπές θέαμα χρώματος και ήχου. [Εντυπωσιακό γεγονός / Παράσταση / Αξιοθέατο] — της: Η παρέλαση ήταν ένα μεγαλοπρεπές θέαμα χρώματος και ήχου.
  • The parade was a magnificent spectacle of color and sound.
  • Το 'θέαμα' εδώ τονίζει την οπτική πανδαισία.