Θέμα /ˈθema/ Noun

English
issue
Русский
Вопрос

Example

  • Το κύριο [θέμα] είναι η έλλειψη χρηματοδότησης.
  • The main issue is the lack of funding.
  • Το 'θέμα' εδώ καλύπτει την έννοια του 'main point' ή 'subject matter'.