Τμήμα /tmiːma/ Noun

English
section
Русский
Раздел

Example

  • Το τμήμα (τομέας / τομέας / τομέας) του δρόμου παραμένει κλειστό.
  • That section of the road is still closed.
  • Εδώ το 'τμήμα' δηλώνει φυσικό όριο.