Χαλί /xaˈli/ Noun

English
carpet
Русский
Ковер

Example

  • Πέρασε όλο το πρωί στρώνοντας το καινούργιο [το χαλί] (το τάπητας / η μοκέτα / το χαλί) του σπιτιού.
  • He spent the morning laying the new carpet.
  • Το 'χαλί' είναι η πιο κοινή λέξη για όλα τα είδη.