το μεγαλύτερο μέρος /bʌlk/ Noun
- English
- bulk
- Русский
- Большая часть / Масса / Опт
Example
- Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ζει σε αστικές περιοχές.
- The bulk of the population lives in urban areas.
- Εδώ το 'μεγαλύτερο μέρος' είναι η πιο φυσική επιλογή.