τουρίστας /tuˈristas/ Noun

English
tourist
Русский
турист

Example

  • Λεωφορεία γεμάτα ξένους τουρίστες έφτασαν στο μουσείο.
  • Busloads of foreign tourists arrived at the museum.
  • Το 'τουρίστας' είναι ο πιο κοινός όρος, αλλά το 'ξένος' δίνει μια πιο ζεστή νότα.