Τρόμος /ˈtɾomos/ Noun

English
terror
Русский
Ужас

Example

  • Οι κάτοικοι ζούσαν με τον αδιάκοπο **τρόμο** μήπως ξυπνήσει ο γίγαντας. [Ο τρόμος / Ο τρόμος / Ο τρόμος] — της: Οι κάτοικοι ζούσαν με τον αδιάκοπο τρόμο μήπως ξυπνήσει ο γίγαντας.
  • The villagers lived in constant terror of the volcano erupting.
  • Εδώ τονίζεται η συνεχής απειλή.