Τροποποιώ /tro.po.i.ˈo/ Verb
- English
- alter
- Русский
- изменять
Example
- Ο ράφτης θα [τροποποιήσω] το φόρεμα για να σου ταιριάζει καλύτερα.
- The tailor will alter the dress to fit you better.
- Το 'τροποποιώ' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή για φυσική προσαρμογή.