τυφώνας /tiˈfoːnas/ Noun

English
hurricane
Русский
Ураган

Example

  • Ο [τυφώνας] προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στο δίκτυο ηλεκτροδότησης.
  • The hurricane caused significant damage to the power grid.
  • Η λέξη είναι άμεσα συνδεδεμένη με καταστροφή.