ντουμπλάρω / ντουμπ /ðuˈblɑːro/ Verb

English
dub
Русский
прозвать

Example

  • Τα μέσα ενημέρωσης **βάπτισαν** τη νέα πολιτική «φορολογική παγίδα».
  • The media dubbed the new policy 'the tax trap'.
  • Το «βαπτίζω» εδώ δίνει την αίσθηση ότι ο τίτλος επιβλήθηκε.