βίαιος /viˈos/ Επίθετο

English
violent
Русский
жестокий

Example

  • Η αστυνομία αναγκάστηκε να επέμβει στη [βίαιη] διαδήλωση. (άγριος / οξύς / ανεξέλεγκτος) — Η επέμβαση ήταν αναγκαία.
  • The police were forced to intervene in the violent protest.
  • Συνήθως αναφέρεται σε συγκρούσεις ή εγκλήματα.