βότανο /voˈta.no/ NounEnglishherbРусскийТраваExampleΒάλε μια πρέζα αποξηραμένο **βότανο** στη σούπα. (Βάζω/Βάλω)Add a pinch of dried herb to the soup.Το 'βότανο' είναι η πιο άμεση μετάφραση για μαγειρική χρήση.