βρίσκεται /vriˈskete/ Adjective
- English
- located
- Русский
- находиться
Example
- Το νέο κέντρο δεδομένων [βρίσκεται] σε απομακρυσμένη περιοχή για εξοικονόμηση κόστους ψύξης.
- The new data center is located in a remote area to save on cooling costs.
- Το 'βρίσκεται' είναι η πιο φυσική επιλογή για τοποθεσία.