πλένω /ˈplɛno/ Noun

English
washing
Русский
мыть/помыть

Example

  • Τα άπλυτα είναι απλωμένα στο σχοινί να στεγνώσουν.
  • The washing is hanging on the line to dry.
  • Εδώ το 'άπλυτα' (τα άπλυτα) είναι πιο φυσικό από το 'πλύσιμο'.