υποκλίνομαι /i.poˈkli.no.me/ Noun
- English
- bow
- Русский
- Поклониться / Снять шляпу
Example
- Έκανε μια μικρή **υπόκλιση** του κεφαλιού της ως χαιρετισμό.
- She gave a slight bow of her head in greeting.
- Η 'υπόκλιση' είναι η πιο συνηθισμένη και ουδέτερη επιλογή.