Υπολογιστής /i.po.lo.ʝiˈstis/ Noun
- English
- computer
- Русский
- компьютер
Example
- Αγόρασα έναν καινούργιο **υπολογιστή** (δημιουργώντας / χτίζοντας / ιδρύοντας) για το γραφείο μου στο σπίτι.
- I bought a new computer for my home office.
- Η αγορά νέου εξοπλισμού φέρνει πάντα μια αίσθηση ανανέωσης.