Υποψήφιος /ipsóˈfios/ Noun
- English
- nominee
- Русский
- номинант
Example
- Ο [υποψήφιος] του κόμματος για την προεδρία επιλέχθηκε με οριακή πλειοψηφία.
- He was chosen as the party's presidential nominee.
- Εδώ το 'υποψήφιος' είναι ο πιο φυσικός όρος για πολιτική θέση.