Επικροτώ Επικροτώ Verb
- English
- endorse
- Русский
- поддерживать / ручаться за
Example
- Ο αρχηγός του κόμματος αρνήθηκε να [υποστηρίξει] τον υποψήφιο.
- The party leader refused to endorse the candidate.
- Εδώ το 'υποστηρίζω' είναι η πιο άμεση και ουδέτερη επιλογή.