βολικό /voˈli.ko/ Adjective
- English
- convenient
- Русский
- Удобный
Example
- Τα φρούτα είναι μια **βολική** πηγή βιταμινών. [Είναι η λέξη που ψάχνεις: βολική / πρόσφορη / χρήσιμη] — Η απλότητα της φύσης.
- Fruit is a convenient source of vitamins.
- Εδώ το 'βολικός' τονίζει την ευκολία ενσωμάτωσης στην καθημερινότητα.