δευτερεύων /sɛkɔnˈðe̞ri/ Adjective

English
secondary
Русский
вторичный

Example

  • Είναι μια δευτερεύουσα/υποδεέστερη καθηγήτρια στο Λονδίνο.
  • She is a secondary school teacher in London.
  • Το 'δευτερεύων' εδώ τονίζει τη θέση στην ιεραρχία.