Στοιχείο /stiˈxio/ Noun
- English
- component
- Русский
- Компонент
Example
- Ο κινητήρας έχει πολλά μικρά συστατικά (δομικά μέρη / αναπόσπαστα κομμάτια / βασικές μονάδες) — του: The engine has many small components.
- The engine has many small components.
- Εδώ το 'συστατικό' τονίζει τη λειτουργική αναγκαιότητα.