άχρηστος /ˈaχristos/ Adjective

English
useless
ไทย
ไร้ประโยชน์

Example

  • Το τηλεκοντρόλ είναι **άχρηστο** χωρίς μπαταρίες.
  • The remote control is useless without batteries.
  • Εδώ τονίζουμε την έλλειψη λειτουργικότητας.