άγνωστο / άγνωστος /aɣˈnostos/ Adjective
- English
- unknown
- ไทย
- สิ่งที่ไม่เป็นที่รู้จัก
Example
- Μια **άγνωστη** (αφανής / ανώνυμη / μη αναγνωρισμένη) ομάδα ανέλαβε την ευθύνη.
- A previously unknown group claimed responsibility.
- Εδώ τονίζεται η έλλειψη ταυτότητας.