Ακατέργαστος /akaˈterɣasto/ Adjective

English
crude
ไทย
ดิบ

Example

  • Το διυλιστήριο επεξεργάζεται τον [ακατέργαστο] πετρέλαιο σε διάφορα καύσιμα.
  • The refinery processes crude oil into various fuels.
  • Εδώ το 'crude' είναι τεχνικός όρος για το μη επεξεργασμένο.