Αλληλεγγύη /ali.le.len.yiˈi/ Noun
- English
- solidarity
- ไทย
- ความเป็นน้ำหนึ่งใจเดียวกัน
Example
- Οι εργάτες έδειξαν [Αλληλεγγύη] κατά τη διάρκεια της απεργίας.
- The workers showed solidarity during the strike.
- Εδώ η λέξη είναι το κεντρικό αντικείμενο της πράξης.