άλλος /ˈa.los/ Adjective

English
other
ไทย
อื่น

Example

  • Έχετε κάποια **άλλη** ερώτηση; (άλλος / διάφορος / επόμενος)
  • Do you have any other questions?
  • Στην ερώτηση, τονίζει την ανάγκη για περαιτέρω διευκρίνιση.