άλογο /ˈa.lo.ɣo/ Noun

English
horse
ไทย
ม้า

Example

  • Έμαθε να ιππεύει [άλογο] στο καλοκαιρινό camp.
  • She learned to ride a horse at the summer camp.
  • Το 'ιππεύω' είναι το ρήμα για την πράξη.