Ανιδιοτελής /anidioˈtelis/ Adjective
- English
- altruistic
- ไทย
- ความเอื้อเฟื้อเผื่อแผ่
Example
- Η αλτρουιστική της φύση την οδήγησε να εργάζεται σε εθελοντικές δράσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας της.
- Her altruistic nature led her to work in charities throughout her career.
- Εδώ τονίζεται η έμφυτη τάση της.