αλυσίδα /alisiˈda/ Noun

English
chain
ไทย
โซ่/ห่วงโซ่

Example

  • Φορούσε μια βαριά χρυσή αλυσίδα γύρω από τον λαιμό της. (Φορούσε μια βαριά χρυσή αλυσίδα / αλυσοδετή / αλυσιδωτή — γύρω από τον λαιμό της.)
  • She wore a heavy gold chain around her neck.
  • Η 'αλυσίδα' εδώ είναι κόσμημα, αλλά η λέξη παραμένει η ίδια.