καταφανής /stɑːrk/ Adjective
- English
- stark
- ไทย
- ชัดเจนจนบาดตา
Example
- Ο συγγραφέας ζωγραφίζει μια **αμείλικτη** εικόνα της ζωής σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.
- The author paints a stark picture of life in a prison camp.
- Εδώ τονίζεται η έλλειψη ελπίδας και η σκληρή πραγματικότητα.