Αμετάπειστος /amɛtaˈpiːstos/ Επίθετο

English
obdurate
ไทย
ไม่ยอมอ่อนข้อ

Example

  • Παρά τα στοιχεία, παρέμεινε [Αμετάπειστος / Σκληρογνώμων / Ανένδοτος].
  • Despite the evidence, he remained obdurate.
  • Δείχνει βαθιά, σχεδόν άκαμπτη αντίσταση.