καθαρός /kaˈθaros/ Adjective
- English
- sheer
- ไทย
- ล้วนๆ / อย่างแท้จริง
Example
- Ο αμιγής όγκος δεδομένων που επεξεργάστηκε η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι συγκλονιστικός.
- The sheer volume of data processed by the AI is staggering.
- Εδώ τονίζεται η τεράστια ποσότητα, όχι η ποιότητα.