αμοιβαίος /amiˈveos/ Adjective
- English
- mutual
- ไทย
- ซึ่งกันและกัน
Example
- Είχαν μια [αμοιβαία κατανόηση] (αμοιβαία εμπιστοσύνη / αμοιβαία εκτίμηση / αμοιβαία αναγνώριση) για τη δουλειά τους.
- They shared a mutual interest in science fiction.
- Η 'κατανόηση' είναι η πιο ζεστή επιλογή εδώ.