Αναπηρία /ana.piˈri.a/ Noun
- English
- disability
- ไทย
- ความพิการ
Example
- Η **αναπηρία** της (σωματική δυσλειτουργία / ανικανότητα / μειονέκτημα) την ανάγκασε να χρησιμοποιεί αναπηρικό αμαξίδιο.
- She has a physical disability that requires a wheelchair.
- Η λέξη είναι ουδέτερη και αποδεκτή, αλλά η χρήση της με επίθετα (π.χ. «άτομο με αναπηρία») προτιμάται.