ΑΝΑΠΤΥΣΣΩ /anaˈptisːo/ Verb

English
deploy
ไทย
นำไปใช้

Example

  • Η κυβέρνηση **αναπτύσσει** (εκκινώ / διαθέτω / επιστρατεύω) επιπλέον αστυνομικές δυνάμεις στο κέντρο της πόλης.
  • The government deployed extra police to the city center.
  • Εδώ τονίζεται η στρατηγική διάθεση δυνάμεων.