Ανατολή /anaˈtoʎi/ Adjective
- English
- east
- ไทย
- ทิศตะวันออก
Example
- Έχουμε ένα παράθυρο στην ανατολή (προς την ανατολή / στην ανατολική πλευρά) που δέχεται υπέροχο πρωινό φως.
- We have an east window that gets beautiful morning light.
- Η ανατολή του ήλιου είναι σύμβολο νέας αρχής.