άνετα /ˈanɛta/ Επίθετο

English
comfortable
ไทย
สบาย

Example

  • Αυτά τα παπούτσια είναι πολύ **άνετα** για περπάτημα.
  • These shoes are very comfortable for walking.
  • Το 'άνετα' εδώ είναι ουδέτερο πληθυντικού, ταιριάζοντας με τα 'παπούτσια'.