Ανοχή /a.noˈxi/ Noun
- English
- tolerance
- ไทย
- ความอดทนอดกลั้น
Example
- Δεν είχε καμία ανοχή στα αστεία οποιουδήποτε είδους. [Η Ανοχή / Η Επιείκεια / Η Αποδοχή] — Δεν είχε καμία ανοχή στα αστεία.
- She had no tolerance for jokes of any kind.
- Εδώ τονίζεται η έλλειψη αποδοχής προσωπικών ορίων.