ΑΠΡΟΣΒΛΗΤΟΣ /aproˈzvlitɔs/ Adjective

English
immune
ไทย
ไม่สะทกสะท้าน

Example

  • Οι περισσότεροι ενήλικες είναι πλέον **άνοσοι** σε ιλαρά, χάρη στον εμβολιασμό.
  • Most children are immune to chickenpox after having it once.
  • Η κλασική βιολογική χρήση. Το 'άνοσος' είναι η πιο άμεση μετάφραση.