ανταγωνιστικός /antaɣo̞nistiˈkos/ Adjective

English
competitive
ไทย
เข้มข้น

Example

  • Η αγορά των startups είναι εξαιρετικά [ανταγωνιστική] — πρέπει να είσαι πάντα ένα βήμα μπροστά.
  • The sports industry is incredibly competitive.
  • Εδώ τονίζεται η ένταση της αγοράς.