Τα βγάζω πέρα /ta ˈvɣa.zo ˈpe.ra/ Verb

English
cope
ไทย
รับมือ

Example

  • Έφτασα στο σημείο να μην **αντεπεξέρχομαι με** τίποτα πια.
  • I got to the stage where I wasn't coping any more.
  • Το «αντεπεξέρχομαι» είναι η πιο άμεση και συχνή μετάφραση του 'cope' σε συνθήκες πίεσης.