αντιστέκομαι /antiˈsteːkome/ Verb

English
resist
ไทย
ต้านทาน

Example

  • Είναι αποφασισμένοι να **αντισταθούν** στην πίεση για αλλαγή του νόμου.
  • They are determined to resist pressure to change the law.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο αόριστος (αντισταθούν) για την οριστική πράξη.