Αόρατος /aˈvɾatos/ Adjective
- English
- invisible
- ไทย
- มองไม่เห็น
Example
- Τα μικρόβια είναι **αόρατα** στο γυμνό μάτι. (Αόρατος / Αφανής / Αθέατος) — Η βιολογία μας διδάσκει τι δεν βλέπουμε.
- The bacteria are invisible to the naked eye.
- Η πιο άμεση και ουδέτερη μετάφραση για φυσική αορατότητα.