Απάντηση /aˈpan.di.si/ Noun

English
answer
ไทย
คำตอบ (Noun) / ตอบ (Verb)

Example

  • Χτύπησα το κουδούνι, αλλά δεν πήρα καμία απάντηση.
  • I rang the bell, but there was no answer.
  • Συνηθισμένη έκφραση για έλλειψη ανταπόκρισης.