Απαραίτητο /apaɾeˈθito/ Adjective

English
essential
ไทย
จำเป็นอย่างยิ่ง

Example

  • Ο ύπνος είναι **απαραίτητος** για τη γνωστική λειτουργία.
  • Sleep is essential for cognitive function.
  • Εδώ τονίζουμε την απόλυτη ανάγκη επιβίωσης/λειτουργίας.