Απελευθέρωση /apelefθeˈɾosi/ Noun
- English
- liberation
- ไทย
- การปลดปล่อย
Example
- Η Λύτρωση [Απελευθέρωση / Ελευθερία / Λύτρωση] της πρωτεύουσας πόλης ήταν σημείο καμπής στη σύγκρουση.
- The liberation of the capital city was a turning point in the conflict.
- Σε ιστορικό πλαίσιο, η 'Απελευθέρωση' είναι η πιο συχνή επιλογή.